Η εξειδίκευση του δικηγορικού γραφείου μας στον τομέα του Ποινικού Δικαίου, συνδυάζει τη γνωστική - ακαδημαϊκή κατάρτιση στον ποινικό τομέα καθώς και την πολυετή εμπειρία στα ποινικά ακροατήρια. Είμαστε σε θέση να χειριστούμε με επιτυχία σοβαρές ποινικές υποθέσεις και να παρέχουμε τις καλύτερες νομικές υπηρεσίες.
Οι άριστες ικανότητες και δεξιότητες των δικηγόρων που στελεχώνουν το γραφείο μας, η διαρκής επιμόρφωση, η ουσιαστική νομική έρευνα σε κάθε υπόθεση, η βιωματική γνώση του αντικειμένου καθώς και η συνεχής συνεργασία και προετοιμασία σε κάθε στάδιο είναι τα κλειδιά της επιτυχίας μας.
- Σύνταξη εγκλήσεων, μηνύσεων ή μηνυτήριων αναφορών για τη δίωξη δραστών που τέλεσαν κακουργήματα ή πλημμελήματα,
- Προετοιμασία απολογητικών υπομνημάτων υπόπτων ή κατηγορουμένων ενώπιον διωκτικών και δικαστικών αρχών με παράλληλη εκπροσώπηση κατά την προκαταρτική εξέταση, την προανάκριση ή την κύρια ανάκριση
- Σύνταξη και κατάθεση αιτήσεων άρσης προσωρινής κράτησης ή τροποποίησης περιοριστικών όρων καθώς και αιτήσεων άρσης κατάσχεσης,
- Υπεράσπιση κατηγορουμένου ή εκπροσώπηση του παθόντα σε πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια ποινικά ακροατήρια πλημμελημάτων ή κακουργημάτων σε όλη την Ελληνική Επικράτεια,
- Άσκηση και εκδίκαση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων (ιδίως έφεσης, αίτησης ακύρωσης απόφασης ή διαδικασίας),
- Σύνταξη και κατάθεση αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης ποινής, συγχώνευσης ποινών, άρσης ή αντικατάστασης περιοριστικών όρων σε περιπτώσεις απόλυσης υπό όρο.
Το ποινικό αδίκημα της σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται σε διαφορετικές κατηγορίες εγκλημάτων, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης και την ένταση με την οποία αυτή έλαβε χώρα. Έτσι, στον Ποινικό Κώδικα, συναντά κανείς τις πράξεις της απλής σωματικής βλάβης (άρθρο 308 ΠΚ), της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (309 ΠΚ), της βαριάς (310 ΠΚ) και της θανατηφόρας (311 ΠΚ) σωματικής βλάβης.
Για το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης, ο νόμος απαιτεί την πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας κάποιου προσώπου, ενώ τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Με τον όρο «σωματική κάκωση», νοείται μόνο η εξωτερική ενέργεια επί του σώματος κάποιου προσώπου, όπως ο τραυματισμός, η παραμόρφωση, οιεκδορές κτλ.Με τον όρο «βλάβη της υγείας» νοείται η διαταραχή εσωτερικής λειτουργίας του οργανισμού. Σε περίπτωση που η βλάβη της υγείας είναι παντελώς ελαφρά, ο καταδικασθείς τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας.
Η απλή και η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη τιμωρούνται με έγκληση, εκτός εάν ο παθών είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη έχει τελεστεί κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της ή είναι υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και η πράξη τελείται με αφορμή τον πλειστηριασμό (308 παρ. 2 ΠΚ). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.
Για την περίπτωση της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (309 ΠΚ), ο νόμος απαιτεί η πράξη της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα
1) κίνδυνο ζωής ή
2) βαριά σωματική βλάβη.
Οπότε, απαραίτητα στοιχεία κατά το νόμο είναι:
α) σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του παθόντος,
β) η πράξη να μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη στον παθόντα και
γ) δόλος που εμπεριέχει γνώση και θέληση της πρόκλησης σωματικής βλάβης και των περιστάσεων από τις οποίες αντικειμενικά προκύπτει κίνδυνος ζωής ή βαριά σωματική βλάβη.
Κατά την ΑΠ 1098/2011 (ΠοινΔικ 4-5/2012, 291), σε περίπτωση που η καταδικαστική απόφαση χαρακτηρίζεται από ασάφεια ως προς τον προσδιορισμό του είδους της διακινδύνευσης, τότε παραβιάζεται εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, ενώ θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, καθώς ο Άρειος Πάγος δε δύναται να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, να εξετάσει δηλαδή εάν το δικαστήριο της ουσίας έχει ορθά εφαρμόσει ή όχι το νόμο, συνεπώς η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (άρθρο 310 ΠΚ) απαιτείται κίνδυνος ζωής ή πολύ σοβαρός τραυματισμός ή ακρωτηριασμός ή μακροχρόνια και βαριά αρρώστια, που εμποδίζουν τον παθόντα να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του για μεγάλο χρονικό διάστημα (310 παρ. 2 ΠΚ).
Η πράξη τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ εάν υπήρχε άμεσος δόλος α΄ βαθμού, εάν δηλαδή ο δράστης επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, τότε τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη (310 παρ. 1 ΠΚ).
Σχετικά με τη θανατηφόρα σωματική βλάβη (311 ΠΚ),εάν η σωματική βλάβη προκαλέσει το θάνατο του παθόντος, τότε επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη στον καταδικασθέντα. Εάν υπήρχε άμεσος δόλος α΄ βαθμού για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, δηλαδή εάν ο δράστης επεδίωκε αυτήν, τότε επιβάλλεται κάθειρξη.
Απαιτείται, λοιπόν
1) να προκαλείται σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του παθόντος,
2) να επέρχεται θάνατος του παθόντος,
3) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σωματικής βλάβης και του θανάτου που τελικά επήλθε.
Όταν η σωματική βλάβη που υπάγεται σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες, προκαλείται σε ανήλικο ή πρόσωπο που δε δύναται να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον υπάρχει κάποια σχέση εξουσίασης μεταξύ δράστη και θύματος, όπως εξειδικεύεται στο άρθρο 312 ΠΚ, τότε οι προβλεπόμενες ποινές είναι λίγο περισσότερο αυστηρές. Πρόκειται για ιδιώνυμο αδίκημα, αυτό της σωματικής βλάβης αδύναμων ατόμων, συνεπώς έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία έναντι της απλής σωματικής βλάβης (και κάθε άλλου είδους σωματικής βλάβης), επί των οποίων υπερισχύει λόγω σχέσης ειδικότητας (όπως κρίθηκε σχετικά για τη σχέση των άρθρων 312 και 308 ΠΚ στην Α.Π. 534/2012).
Με μεγάλη εμπειρία σε υποθέσεις ποινικού δικαίου καθώς και υψηλού επιπέδου θεωρητική κατάρτιση, οι δικηγόροι του γραφείου έχουν πολλάκις διαχειριστεί υποθέσεις σωματικής βλάβης ενώπιον ποινικών δικαστηρίων, ανεξαρτήτως της έντασης ή του τρόπου με τον οποίον επήλθε (από ενδοοικογενειακή βία, τροχαίο ατύχημα, ιατρικό σφάλμα κ.ά.).
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 378 ΠΚ, τελείται όταν κάποιος καταστρέφει ή βλάπτει ξένο πράγμα, ή καθιστά ανέφικτη τη χρήση του με κάποιον άλλο τρόπο. Το άρθρο προστατεύει το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας, η οποία είναι άμεση στο οντολογικό (πράγμα ως αντικείμενο της ιδιοκτησίας) και έμμεση στο δεοντολογικό στοιχείο (το πράγμα είναι «ξένο», οπότε ανήκει σε κάποιον άλλο). Η πράξη της φθοράς προσβάλλει την ιδιοκτησία, αλλά η απαξία του αδικήματος σχετίζεται και με την κοινωνική ιδιότητα του πράγματος που ανήκει σε κάποιον, καθώς η φθορά, είτε περιορίζει είτε καταστρέφει συνολικά τη σχέση εξουσίασης πάνω στο πράγμα, προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας στο πράγμα, συγκεκριμένα την αξία που έχει για τα κοινωνικά ήθη το γεγονός ότι το πράγμα ανήκει σε κάποιον άλλο.
Πρόκειται περί κοινού, απλού, υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος, το οποίο επίσης είναι έγκλημα βλάβης, ενέργειας, (ουσιαστικού) αποτελέσματος και πλημμέλημα (έως δύο έτη φυλάκιση ή χρηματική ποινή, ενώ αν το πράγμα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή τοποθετημένο σε δημόσιο χώρο, τότε επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους).
Στην αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, εντάσσονται τα παρακάτω:1) ο δράστης,
2) το αντικείμενο της φθοράς,
3) η πράξη της φθοράς,
4) το αποτέλεσμα (καταστροφή/βλάβη/η χρήση του πράγματος καθίσταται ως ανέφικτη),
5) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της φθοράς και του αποτελέσματος.
Η φθορά ξένης ιδιοκτησίας μπορεί να εκδηλωθεί με καταστροφή, βλάβη όταν η χρήση του πράγματος καθίσταται ανέφικτη. Η καταστροφή δύναται να είναι ολική (π.χ. καταστροφή ενός ξένου κινητού πράγματος), μερική (σκίσιμο ενός ρούχου), ή να εκμηδενίζει ένα αντικείμενο χωρίς να βλάπτεται συνολικά η υλική του μορφή (σε περίπτωση που ξεριζώνονται τα φυτά από έναν κήπο). Η βλάβη παρεμβαίνει στο πράγμα, συγκεκριμένα μειώνει τη χρησιμότητα που έχει αυτό λειτουργικά. Ο δράστης μπορεί επίσης να προκαλέσει φθορά αποκόπτοντας τη σχέση εξουσίασης του κυρίου προς το αντικείμενο της ιδιοκτησίας του, δίχως λοιπόν να υπάρχει ενέργεια στο ίδιο το πράγμα. Η αποστέρηση του πράγματος από τον ιδιοκτήτη του δε χρειάζεται να είναι μόνιμη, αλλά μπορεί να είναι και πρόσκαιρη (π.χ. ρίψη κλειδιών σπιτιού σε ποτάμι).
Κατά την τέλεση φθοράς ξένης ιδιοκτησίας μπορεί να λαμβάνουν χώρα συγκεκριμένες καταστάσεις που λειτουργούν ως λόγοι άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης. Σε περίπτωση που το θύμα χρησιμοποιήσει άμυνα για να αποκρούσει μία επίθεση, καταστρέφοντας για παράδειγμα το όπλο του δράστη, τότε η φθορά δεν είναι άδικη. Επίσης, όταν υπάρχει κατάσταση ανάγκης, (π.χ. καταστροφή φράχτη ξένου σπιτιού για να σβηστεί η πυρκαγιά που μαίνεται εντός του τελευταίου), η πράξη της φθοράς δεν έχει άδικο χαρακτήρα.
Στο άρθρο 378 παρ. 1 εδ. β΄ τυποποιείται η προνομιούχος φθορά ευτελούς αξίας. Σύμφωνα με τη διατύπωση του νόμου, εάν το πράγμα είναι μικρής αξίας ή η ζημία που προκλήθηκε είναι ελαφρά, τότε ο υπαίτιος τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Η αξία του πράγματος αλλά και το ύψος της ζημίας υπολογίζονται από το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, ωστόσο η θεώρηση του πράγματος ως μικρής αξίας ή της ζημίας ως ευτελούς υπάγεται στις νομικές κρίσεις, είναι συνεπώς αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση που η φθορά ευτελούς αξίας τελείται κατ’ εξακολούθηση από δράστη ο οποίος αποσκοπεί σε ένα συνολικό αποτέλεσμα, τότε η αξία του αντικειμένου και η αντίστοιχη ζημία λαμβάνονται υπόψη συνολικά. Συνεπώς, ο χαρακτήρας της πράξης ως φθοράς του άρθρου 378 παρ. 1 εδαφίου α΄ ή ως προνομιούχου φθοράς ευτελούς αξίας του εδαφίου β΄, θα προσδιοριστεί με κριτήριο τη συνολική αξία του πράγματος.
Από πλευράς υποκειμενικής υπόστασης, απαιτείται πρόθεση του δράστη να προκαλέσει το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, συνεπώς χρειάζεται τουλάχιστον ενδεχόμενος δόλος σχετικά με το ότι η πράξη θα επιφέρει καταστροφή/βλάβη/καθιστά τη χρήση του πράγματος ως ανέφικτη, και θέληση και αποδοχή να επέλθουν όλες οι σχετικές συνέπειες. Η πλάνη ως προς την πραγματική ύπαρξη λόγου που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης εκ του νόμου (νομιζόμενη άμυνα, νομιζόμενη κατάσταση ανάγκης) είναι πραγματική. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να σημειώνει με σαφήνεια ότι ο δράστης είχε δόλο κατά την τέλεση της πράξης, διότι αν η πρόθεσή του δεν καθίσταται σαφής, ή τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται δεν καταδεικνύουν το δόλο του δράστη, τότε θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης (σχετική η ΑΠ 1734/1990 ΠοινΧρ ΜΑ΄,734).
Σε περίπτωση που η φθορά γίνει σε αντικείμενο που χρησιμεύει για κοινό όφελος ή ιστορικό ή καλλιτεχνικό μνημείο, αλλά και όταν η φθορά λαμβάνει χώρα με χρήση εκρηκτικών υλών ή φωτιάς, τότε προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, κατά τη διατύπωση του άρθρου 378 παρ. 2.
Με την εξέλιξη της τεχνολογίας και την καθημερινή χρήση του διαδικτύου και των εφαρμογών του από όλους μας, παρατηρείται μία κατακόρυφη αύξηση των παραβιάσεων προσωπικών δεδομένων. Μία πολύ σοβαρή μορφή τέτοιων παραβιάσεων αφορά εικόνες ή βίντεο που αποτυπώνουν προσωπικές στιγμές, οι οποίες ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα κάποιου, όπως βίντεο ερωτικού περιεχομένου ή γυμνές φωτογραφίες.
Είναι πραγματικά μεγάλο το ποσοστό των χρηστών τεχνολογίας, ακόμη και των ανηλίκων, που ανταλλάσσουν δικές τους προσωπικές φωτογραφίες ή βίντεο με άτομα που διατηρούν προσωπική σχέση, είτε μέσω κινητού τηλεφώνου ή μέσω εφαρμογών διαδικτύου. Δυστυχώς όμως οι δυναμικές των σχέσεων αλλάζουν, η εμπιστοσύνη και ο σεβασμός μεταξύ των μερών διαταράσσεται και αντί ο κάτοχος του υλικού να προβεί στη μόνη ενδεδειγμένη ενέργεια της διαγραφής και μη κοινοποίησης του υλικού, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Στη χώρα μας, τα ζητήματα που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα εξακολουθούν να είναι ταμπού και συχνά για αυτά δεν υπάρχει ουσιαστική ενημέρωση με ανάλυση των κινδύνων που ελλοχεύουν, είτε από το σχολείο ή από την οικογένεια.
Η κοινοποίηση σχετικού υλικού που αποτυπώνει τη γενετήσια ζωή άλλου, αποτελεί σοβαρό ποινικό αδίκημα, διότι προσβάλλει τον πιο στενό πυρήνα της ιδιωτικής ζωής ενός ανθρώπου, τη γενετήσια ζωή του. Η ηθική βλάβη που προκαλούν τέτοιες ενέργειες είναι πραγματικά ανυπολόγιστη για το θύμα, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα θύματα αδυνατούν να επικοινωνήσουν τέτοιες συμπεριφορές στις αρχές ή στο περιβάλλον τους, λόγω της ενοχής και της ντροπής που αισθάνονται, με αποτέλεσμα να μην καταφέρνουν να διαχειριστούν την πραγματικότητα και να οδηγούνται ακόμη και σε απονενοημένες ενέργειες.
Στην πραγματικότητα ,όμως, η γενετήσια ζωή είναι απλώς ένα μέρος της ανθρώπινης ζωής και είναι πολύ πιθανό ένας καθημερινός χρήστης τεχνολογίας να την αξιοποιήσει και στο τμήμα έκφρασης της γενετήσιας ζωής του. Ιδίως όταν αυτός δεν έχει εκπαιδευθεί για τους σχετικούς κινδύνους και θεωρεί καλόπιστα ότι υπάρχει εμπιστοσύνη με τον άνθρωπο στον οποίο κοινοποιεί το σχετικό υλικό.
Πριν από το άρθρο 38 του Ν. 4947/2022, δεν υπήρχε ποινική διάταξη για το αδίκημα της εκδικητικής πορνογραφίας. Μάλιστα, οι σχετικές συμπεριφορές αντιμετωπίζονταν ανεπαρκώς, είτε ως παραβίαση προσωπικών δεδομένων του άρθρου 38 του Ν. 4624/2019 είτε εάν ενέπιπταν στην παρ. 2 του άρθρου 370 Α ΠΚ ως αποτύπωση μη δημόσιας πράξης άλλου. Η νομοθεσία, ανταποκρινόμενη στις επιταγές της εποχής, αντιμετωπίζει ειδικότερα τη σχετική συμπεριφορά με τη διάταξη του άρθρου 346 ΠΚ που ορίζει το αδίκημα της εκδικητικής πορνογραφίας, χωρίς να αποκλείεται να εμπίπτει η ενέργεια ενός δράστη και στις προαναφερθείσες δύο παλαιότερες διατάξεις.
Ως εκδικητική πορνογραφία νοείται η κοινοποίηση σε κάποιο τρίτο πρόσωπο ή η ανάρτηση σε κοινή θέα, μιας πραγματικής ή αλλοιωμένης ή σχεδιασμένης εικόνας ή κάθε είδους οπτικό ή οπτικοακουστικό υλικό στο οποίο αποτυπώνεται μια μη δημόσια πράξη που αφορά τη γενετήσια ζωή κάποιου. Η προβλεπόμενη ποινή για το βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών και χρηματική ποινή. Με την ίδια διάταξη, τιμωρείται επίσης αυστηρά και η «εκβιαστική» συμπεριφορά του κατόχου τέτοιου υλικού, ο οποίος απειλεί ότι θα τελέσει την προαναφερθείσα κοινοποίηση, αλλά και όταν μέσω των σχετικών απειλών του εξαναγκάζει άλλον σε πράξη ή παράλειψη.
Περαιτέρω, ρυθμίζονται επιβαρυντικές περιστάσεις, όπου η ανωτέρω κοινοποίηση μη δημοσίας πράξης άλλου που αφορά τη γενετήσια ζωή του, θεωρείται κακούργημα και τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή, αν τελείται:
α) με ανάρτηση στο διαδίκτυο ή σε μέσο κοινωνική δικτύωσης με αόριστο αριθμό αποδεκτών,
β) από ενήλικο και αφορά σε ανήλικο,
γ) σε βάρος νυν, ή πρώην συζύγου ή συντρόφου του υπαιτίου ή σε βάρος προσώπου που συνοικεί με αυτόν ή έχει σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή βρίσκεται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του ή δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του,
δ) με σκοπό να προσπορίσει ο υπαίτιος στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος.
Τέλος αντιμετωπίζεται ακόμα αυστηρότερα σε επίπεδο πλαισίου ποινής, εάν κάποιο από τα προαναφερθέντα αδικήματα, οδηγήσει το θύμα σε απόπειρα αυτοκτονίας ή στο θάνατο.
Καταληκτικά, πλέον στη χώρα μας υπάρχει ένα πολύ αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο για την τιμώρηση σχετικών συμπεριφορών, το οποίο είναι αναλογικό της βλάβης που προκαλείται σε κάθε περίπτωση. Το θύμα μίας τέτοιας συμπεριφοράς πρέπει να απευθυνθεί άμεσα σε εξειδικευμένο δικηγόρο, ο οποίος μέσα από δικαστικές ενέργειες μπορεί να πετύχει τη δίωξη και τιμωρία του δράστη, τη διακοπή περαιτέρω προσβολής του θύματος καθώς και την αποκατάσταση της βλάβης που έχει υποστεί διεκδικώντας αντίστοιχη χρηματική ικανοποίηση.
Ενημερωθείτε για :
τις Νέες αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα