Ιδιόγραφη, Δημόσια, Μυστική, Έκτακτη διαθήκη
Το Κληρονομητήριο είναι πιστοποιητικό που χορηγείται από το δικαστήριο της κληρονομίας, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου ή του καταπιστευματοδόχου ή του κληροδόχου ή του εκτελεστή διαθήκης, για το κληρονομικό του δικαίωμα και για τη μερίδα που του αναλογεί.
Για τη χορήγηση του πρέπει να προσκομιστούν νομιμοποιητικά έγγραφα όπως: ληξιαρχική πράξη θανάτου του κληρονομούμενου, πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, πιστοποιητικό δημοσίευσης ή μη διαθήκης του αποβιώσαντος, πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομιάς,
πιστοποιητικό μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος. Μπορεί επίσης να ζητηθούν επιπλέον έγγραφα από τη Γραμματεία του εκάστοτε Ειρηνοδικείου κατά περίπτωση.
Το πιστοποιητικό (κληρονομητήριο) εκδίδεται από τη Γραμματεία του δικαστηρίου.
Οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία. Για τον προσδιορισμό της εξ αδιαθέτου μερίδας με βάση την οποία οφείλεται η νόμιμη μοίρα, συναριθμούνται όσοι έχουν αποκληρωθεί με τη διαθήκη, όσοι έχουν αποποιηθεί την κληρονομία και όσοι έχουν κηρυχθεί ανάξιοι να κληρονομήσουν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825 και 1829 του Αστικού Κώδικα οι κατιόντες, οι γονείς και ο σύζυγος του κληρονομούμενου που θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Ο μεριδούχος συντρέχει κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ως κληρονόμος, αποκτώντας άμεσα και αυτοδικαίως από την επαγωγή το κληρονομικό μερίδιο που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα του. Μάλιστα κάθε μορφής περιορισμοί του δικαιώματος του αυτού με διαθήκη του κληρονομούμενου είναι αυτοδικαίως άκυροι.
Ο μεριδούχος έχει εκ του νόμου την προστασία που παρέχεται σε κάθε κληρονόμο από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Ειδικότερα για την προστασία του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας δύναται να ασκήσει αγωγή περί κλήρου ή κοινή αγωγή εμπράγματου δικαίου (διεκδικητική αγωγή ή αγωγή νομής), ενώ παράλληλα κατά το άρθρο 70 ΚπολΔ δύναται να ζητήσει να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης, όπως η ακυρότητα της διαθήκης κατά το μέρος που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του ή το κληρονομικό του δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα.
Εν όψει των ανωτέρω η διαθήκη στο μέτρο που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα θεωρείται αυτοδικαίως άκυρή και συνεπώς δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Η ακυρότητα αυτή δεν είναι καθολική αλλά μερική δηλαδή η ακυρότητα της διαθήκης συνίσταται μόνο κατά το ποσοστό που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του θιγόμενου. Στην περίπτωση που υφίσταται αμφισβήτηση ως προς την ακυρότητα ή μη της διαθήκης μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή που δύναται να συνοδεύεται με αίτημα αναγνώρισης του δικαιώματος του μεριδούχου στη νόμιμη μοίρα.
Αν ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν είναι βέβαιο αν αποδέχτηκε την κληρονομία, το δικαστήριο της κληρονομίας ύστερα από αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διορίζει κηδεμόνα της κληρονομίας
Αγωγή περί κλήρου. Ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας (νομέα της κληρονομίας) την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου από αυτήν.
Κληρονόμοι κατιόντες κατά τάξεις, Ετεροθαλείς αδελφοί, Σύζυγος
Ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο.
Αν εμφανιστεί εκείνος που κηρύχθηκε άφαντος, μπορεί να απαιτήσει την απόδοση της περιουσίας του κατά τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου. Όσο ζει ακόμη εκείνος που κηρύχθηκε άφαντος, η παραγραφή της απαίτησής του δεν λήγει πριν μάθει ότι κηρύχθηκε άφαντος και περάσει από τότε ένα έτος. Το ίδιο ισχύει και αν από πλάνη κάποιος κρίθηκε ότι πέθανε, χωρίς να έχει κηρυχθεί άφαντος.
Είναι πιθανόν κάποιος να καλείται ως κληρονόμος προσώπου που έχει αποβιώσει σε μεταγενέστερο χρόνο της επαγωγής σε αυτόν της κληρονομιάς, με αποτέλεσμα να έχει παρέλθει η προθεσμία που θέτει ο νόμος για την εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομιάς.
Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν το Δημόσιο ή κάποιο άλλο ΝΠΔΔ επιδίδει γνωστοποίηση οφειλής προς τον κληρονόμο ή ξεκινά αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του για οφειλές του προσώπου που έχει αποβιώσει. Συχνά ο κληρονόμος μαθαίνει τότε για πρώτη φορά ότι έχει επαχθεί σε αυτόν η κληρονομιά.
Ο κληρονόμος λοιπόν από τη στιγμή που με οποιονδήποτε τρόπο ενημερώνεται σχετικά με την επαγωγή της κληρονομιάς πρέπει να αποποιηθεί και έχει έννομο συμφέρον να προσφύγει δικαστικά προκειμένου να ζητήσει να αναγνωριστεί η ακυρότητα της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς (που λαμβάνει χώρα ήδη από την παρέλευση τετραμήνου από το θάνατο ή από την έκπτωση του προηγούμενου κληρονόμου) καθώς και η εγκυρότητα της αποποίησης του (έστω τυπικά εκπρόθεσμης), ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του.
Παρά το γεγονός ότι κανείς αποκτά αυτοδίκαια, κατά πλάσμα δικαίου, την κληρονομιά ακόμη και χωρίς τη γνώση ή θέληση του. Το δικαίωμα αυτό τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς. Στην περίπτωση λοιπόν που λάβει χώρα αποποίηση, η κτήση της κληρονομιάς αναιρείται εξ αρχής και θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ. Η δε προθεσμία αποποίησης ξεκινά από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής.
Εάν λοιπόν ο κληρονόμος σε μία αντίστοιχη περίπτωση, αγνοεί σημαντικά περιστατικά σχετικά με την επαγωγή της κληρονομιάς π.χ το θάνατο του προσώπου που κληρονομεί, την έκπτωση των προπορευόμενων κληρονόμων κ.α. τότε βρίσκεται σε ουσιώδη πλάνη σχετικά με την πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς προς αυτόν και δε μπορεί να έχει ξεκινήσει η προθεσμία της αποποίησης του.
Στην περίπτωση αυτή ο κληρονόμος πρέπει να ζητήσει άμεσα νομική συμβουλή καθώς οι διαδικαστικές ενέργειες που πρέπει να γίνουν έχουν εκ του νόμου πολύ σύντομες προθεσμίες, τόσο για την άσκηση της αποποίησης όσο και για την άσκηση σχετικής αγωγής. Η δε καθυστέρησή ή τα σφάλματα στη διαδικασία μπορούν να προξενήσουν σημαντική βλάβη στα συμφέροντα του.
Οι δικηγόροι του γραφείου μας διαθέτουν πολυετή εμπειρία σε αντίστοιχες υποθέσεις κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν κατά προτεραιότητα λόγω των σύντομων προθεσμιών με στόχο τη θετική έκβαση της υπόθεσης σας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1839, 1840, 1843 ΑΚ συμπεραίνεται ότι ο διαθέτης, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως (διαθήκη) μπορεί να στερήσει (αποκληρώσει) το μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα για ορισμένους λόγους οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται στο νόμο (αποκλήρωση υπό στενή έννοια).
1. επιβουλεύθηκε τη ζωή του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντος του διαθέτη,
2. προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στο διαθέτη ή στο σύζυγό του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών,
3. έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του,
4. αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει το διαθέτη,
5. ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη. Η αποκλήρωση για το λόγο αυτό είναι άκυρη, αν ο κατιών κατά το θάνατο του διαθέτη είχε οριστικά εγκαταλείψει τον άτιμο ή ανήθικο βίο.
Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το γονέα του αν συντρέχει ένας από τους λόγους αποκλήρωσης που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο αριθ. 1, 3 και 4.
Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγό του αν, κατά το χρόνο του θανάτου, είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του.
Εάν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, ή ο λόγος αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη είναι ανακριβής, ή έχει δοθεί συγνώμη για το συγκεκριμένο λόγο, η αποκλήρωση είναι άκυρη. Ο αποκληρωθείς μπορεί να ασκήσει αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης.